Εμμηνόπαυση & οστεοπόρωση

Σπύρος N. Νίκας

Ρευματολόγος

Η Οστεοπόρωση είναι ένα χρόνιο ασυμπτωματικό νόσημα, το οποίο σχετίζεται  με μείωση της οστικής μάζας, διαταραχή της αρχιτεκτονικής του οστού και οστική ευθραυστότητα, αυξημένο δηλαδή κίνδυνο οστικού κατάγματος. Η πιο συχνή μορφή είναι η μετεμμηνοπαυσιακή (εμφάνιση μετά την εμμηνόπαυση), ενώ λιγότερο συχνά εμφανίζονται και περιστατικά γεροντικής (>75 έτη, και στους άνδρες) ή φαρμακευτικής (πχ κορτιζόνη) οστεοπόρωσης, όπως και άλλες μορφές (πχ ιδιοπαθής ).

Η οστική μάζα στις γυναίκες, είναι γενικά μικρότερη από ότι στους άνδρες. Από την ηλικία των 20 ετών και μέχρι και την προ-εμμηνοπαυσιακή περίοδο, παραμένει σε μεγάλο βαθμό σταθερή,  λόγω δυναμικής ισορροπίας στη λειτουργία (remodeling) των κυττάρων του οστού, δηλαδή των οστεοβλαστών (κύτταρα υπεύθυνα για την παραγωγή οστού) και των οστεοκλαστών (κύτταρα υπεύθυνα για απορρόφηση οστού).

  • Η παρουσία οιστρογόνων, κατά την αναπαραγωγική περίοδο, (όσο η γυναίκα έχει έμμηνο ρύση)  σχετίζονται με :
  • ανασταλτικές (αρνητικές) δράσεις στην διαφοροποίηση (ενεργοποίηση) των οστεοκλαστών (κύτταρα που απορροφούν οστό)
  • ανασταλτικές δράσεις στις περιοχές οστικής αναδόμησης (περιοχές που γίνεται απορρόφηση οστού) – οστεοκύτταρα
  • ευεργετικές δράσεις στους οστεοβλάστες (κύτταρα που παράγουν οστό)

Η εμμηνόπαυση συνοδεύεται από απώλεια οιστρογόνων για τη γυναίκα, άρα και από απουσία πλέον των ευεργετικών αυτών δράσεων στο οστό.  Κάτι τέτοιο σημαίνει μεγαλύτερη οστική απορρόφηση, προοδευτική μείωση της οστικής μάζας και σε εύλογο χρονικό διάστημα, σε κάποιες γυναίκες, όχι σε όλες, οστεοπόρωση και αυξημένος κίνδυνος κατάγματος. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο γυναίκες με πρώιμη εμμηνόπαυση (<45 έτη) ή με έλλειψη τέτοιων ορμονών για μεγάλο διάστημα της ζωής τους βρίσκονται σε πιο  αυξημένο κίνδυνο για οστεοπόρωση.  Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες για οστεοπόρωση είναι η ηλικία της γυναίκας (οστεοπόρωση εμφανίζεται μόλις στο 15% των γυναικών στην δεκαετία των 50 ετών, αλλά στο 70% μετά τα 80 έτη), η λευκή φυλή, χαμηλό σωματικό βάρος και ύψος, η μειωμένη φυσική δραστηριότητα, ιστορικό  κατάγματος στην ίδια ή στους γονείς, κάπνισμα, μακροχρόνια λήψη κορτιζόνης, χρόνια φλεγμονώδη νοσήματα κα.

Λογικά,  χορήγηση οιστρογόνων στη φάση της εμμηνόπαυσης θα μπορούσε να έχει ευεργετική δράση και αυτό έχει στο παρελθόν δοκιμασθεί και έχει αποδειχθεί βελτίωση της οστικής πυκνότητας με μείωση του καταγματικού κινδύνου. Η παρέμβαση όμως αυτή σχετίστηκε στην πορεία με αύξηση του κινδύνου για καρκίνο μαστού και ενδομητρίου ή του κινδύνου θρομβώσεων και για τον λόγο αυτό η θεραπευτική αυτή πρακτική έχει πλέον εγκαταλειφθεί.

Όλες οι γυναίκες σε εμμηνόπαυση θα πρέπει με ελεγχθούν με τη μέθοδο DEXA για πιθανή οστεοπόρωση μετά  την ηλικία των 65 ετών. Πιο πριν ελέγχονται ειδικές ομάδες ασθενών. Εφόσον διαγνωσθεί οστεοπόρωση (Tscore < -2,5 ) ή οστική ευθραυστότητα (οστεοπενία με αυξημένο καταγματικό κίνδυνο, με βάση το εργαλείο FRAX), και εφόσον αποκλεισθεί υποκείμενο αίτιο (απαιτείται κάποιος βασικός αιματολογικός έλεγχος),  η ασθενής θα πρέπει να λάβει αγωγή (αντι-οστεοκλαστικό ως 1ης γραμμής) σε συνδυασμό πάντα με ασβέστιο & βιταμίνη D3. Σε πρόδρομα στάδια οστεοπόρωσης (οστεοπενία χωρίς ευθραυστότητα – πρόληψη οστεοπόρωσης) δυστυχώς δε υπάρχουν σοβαρές παρεμβατικές επιλογές, δεν απαιτείται πάντως κάποια θεραπεία.


Η ψυχολογία της εμμηνόπαυσης

Νικολέττα Κουσουρή

Ψυχολόγος, Ομαδική Ψυχοθεραπεύτρια

Η εμμηνόπαυση είναι μια κατάσταση που συχνά συνδέεται με πολλές αλλαγές στη ζωή μίας γυναίκας και αποτελεί σημαντικό εξελικτικό στάδιο, το οποίο αναπόφευκτα προκαλεί αλλαγές στην διάθεση, στις σκέψεις, τα συναισθήματα αλλά και τη συμπεριφορά. Πρόκειται, λοιπόν, για μία χρονική περίοδο, όπου απαιτείται περισσότερη ψυχική ενέργεια και ψυχική ανθεκτικότητα. Με λίγα λόγια, μπορεί η ψυχική υγεία της γυναίκας να δοκιμαστεί ιδιαίτερα. Όσο νωρίς ή αργά κι αν έρθει η εμμηνόπαυση, ανατρέπει την σταθερότητα και τα δεδομένα που διαμόρφωναν τη ζωή μέχρι εκείνη τη στιγμή. Αποτελεί σημαντικό στάδιο στη ζωή και πολλές φορές ορίζει την έναρξη μιας περιόδου που μπορεί να είναι το ίδιο μακρά όσο και αυτή της εμμήνου ρύσεως.

Όμως, είναι πολύ σημαντικό να τονιστεί ότι οι αλλαγές στις οποίες καλείται να προσαρμοστεί η γυναίκα, δεν αφορούν μόνο την ψυχική της υπόσταση, αλλά και την κοινωνική και βιολογική, οι οποίες φυσικά είναι αλληλεξαρτώμενες και αναπόσπαστες η μία από την άλλη.

Οι αλλαγές που βιώνουν οι γυναίκες σε βιολογικό επίπεδο, είναι πάρα πολλές.  Μπορεί να παρατηρηθεί ότι οι γυναίκες κουράζονται πιο εύκολα ή μπορεί να επηρεάζονται κάποιες φορές οι νοητικές λειτουργίες τους, όπως η συγκέντρωση ή η μνήμη. Παράλληλα, το σώμα αλλάζει σε διάφορα επίπεδα, όπως και η σεξουαλική ζωή. Αυτό συχνά μπορεί να ωθεί κάποιες γυναίκες να πιστεύουν ότι τελειώνει η σεξουαλική τους ζωή και η έντονη δραστηριότητα που είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή ή μπορεί να αισθάνονται ότι το σώμα τους δεν είναι επιθυμητό ή ελκυστικό.

Κοινωνικά, οι γυναίκες κατά τη διάρκεια της εμμηνόπαυσης αντιμετωπίζονται πολλές φορές με σκληρό τρόπο και σπάνια εκπροσωπούνται. Είναι γεγονός, τουλάχιστον στην Ελλάδα, πως οποιοδήποτε θέμα που αφορά την έμμηνο ρύση θεωρείται ταμπού. Η ολοκλήρωση του αναπαραγωγικού κύκλου στη ζωή της γυναίκας, φυσικά, δεν είναι εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Σπάνια, η εμμηνόπαυση γίνεται αντικείμενο συζήτησης στον τύπο ή στον δημόσιο λόγο γενικότερα, παρόλο που ουσιαστικά αφορά τον μισό πληθυσμό. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, οι γυναίκες να δυσκολεύονται πολύ να μιλήσουν για τα θέματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν, να ντρέπονται να ζητήσουν βοήθεια και τελικά, να μην καταφέρνουν να προσφέρουν γνώσεις και εμπειρία στον υπόλοιπο πληθυσμό.

Επιπροσθέτως, φαίνεται ότι οι έμφυλοι ρόλοι που πολύ συχνά υιοθετούν οι γυναίκες, κατά την περίοδο την εμμηνόπαυσης, μπορεί να βιώνονται πιο απαιτητικοί. Φυσικά, αναφερόμαστε στον πιο βασικό ρόλο που έχουν οι γυναίκες σχεδόν σε όλες τις ηλικίες, εκείνον του φροντιστή.  Πολλές γυναίκες φροντίζουν τους ηλικιωμένους γονείς, ή τον σύζυγό/ σύντροφο τους αν έχει κάποιο πρόβλημα υγείας, ή τα παιδιά και εγγόνια, και κάποιες φορές ταυτόχρονα. Είναι συχνό φαινόμενο επίσης, να αναλαμβάνουν εξ ολοκλήρου τη φροντίδα του σπιτιού, ενώ παράλληλα εργάζονται. Είναι σαφές ότι οι συνθήκες αυτές γίνονται εξαιρετικά δύσκολες, όταν μία γυναίκα εισέρχεται στην περίοδο της εμμηνόπαυσης.

Με βάση τα παραπάνω, η ψυχική υγεία των γυναικών στην εμμηνόπαυση κάποιες φορές βρίσκεται σε τεντωμένο σκοινί. Είναι πιθανό να βιώνονται συναισθήματα απογοήτευσης, απελπισίας, θυμού, φόβου, μοναξιάς και τελικά θλίψης. Καμιά φορά παρατηρείται έντονη και επιθετική συμπεριφορά προς τους οικείους ή και συναδέλφους στη δουλειά. Τελικά, η εμμηνόπαυση καταλήγει να συμβολίζει για κάποιες γυναίκες την παραίτηση από τη ζωή.

Η λύση για την κατάσταση αυτή είναι η ολιστική αντιμετώπιση. Πρώτα απ’ όλα, η ενημέρωση για όλα τα θέματα που αφορούν την εμμηνόπαυση από τους επαγγελματίες και το άνοιγμα της συζήτησης για το θέμα αυτό χωρίς ντροπή και φόβο είναι μία πολύ σημαντική αρχή που πρέπει να γίνει, με πρωτοβουλίες από φορείς, συλλόγους και πολιτικούς εκπροσώπους. Η γνώση ότι η εμμηνόπαυση δεν είναι το τέρμα για καμία δραστηριότητα ούτε για τη σεξουαλική ζωή, αλλά η αρχή μίας νέας κατάστασης με πολλές δυνατότητες για κάθε γυναίκα είναι απαραίτητη.

Σε πιο ατομικό επίπεδο, η κοινωνικοποίηση, η ανάληψη πρωτοβουλιών και φυσικά, η εισαγωγή στην έννοια της φροντίδας του εαυτού, μπορεί να βοηθήσουν, ώστε οι γυναίκες να προσαρμοστούν στις νέες αλλαγές με μεγαλύτερη ευκολία. Αν τέλος, υπάρχουν ιδιαίτερες δυσκολίες που συνοδεύουν την περίοδο της εμμηνόπαυσης, όπως προβλήματα στη σωματική και ψυχική υγεία, αλλά και προβλήματα διαχείρισης καταστάσεων, είναι απαραίτητη η ψυχολογική υποστήριξη. Η παρέμβαση πρέπει να διαμορφώνεται εξατομικευμένα, είτε με την έναρξη ψυχοθεραπείας ή με την ένταξη σε ψυχοκοινωνικό πλαίσιο για βραχύχρονη και εστιασμένη υποστήριξη.


Τι είναι η εμμηνόπαυση

Παναγιώτης Χριστόπουλος, MD, MSc, PhD, IFEPAG

Μαιευτήρας | Χειρουργός Γυναικολόγος | Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ

Η εμμηνόπαυση είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο και δεν είναι πάθηση. Σημαίνει το τέλος της αναπαραγωγικής περιόδου στη γυναίκα, που συνοδεύεται από κάποιες ανατομικές και φυσιολογικές μεταβολές στο σώμα της. Η  προοδευτική  απώλεια  των ωοθυλακίων και κατά συνέπεια και των γυναικείων ορμονών, των οιστρογόνων, οδηγεί σε ορμονικές αλλά και άλλες μεταβολές.

H ηλικία εμφάνισης της εμμηνόπαυσης βρίσκεται συνήθως μεταξύ 48-52 ετών. Με δεδομένο ότι το προσδόκιμο επιβίωσης συνεχίσει να αυξάνει, το ποσοστό των γυναικών που θα ζει στην εμμηνόπαυση θα γίνεται όλο και μεγαλύτερο. Έτσι, η πρόληψη και η σωστή αντιμετώπιση των επιπτώσεων της εμμηνόπαυσης έχει μεγάλη σημασία για τη διατήρηση της ποιότητας ζωής και την εξασφάλιση υγείας της εμμηνοπαυσιακής γυναίκας.

Παράγοντες  που  μπορεί να  επηρεάζουν  την  ηλικία  εμφάνισης της  εμμηνόπαυσης  είναι:  η ηλικία εμμηναρχής, η διατροφή, το μαιευτικό ιστορικό και οι τοκετοί της γυναίκας, η μέση  διάρκεια  του κύκλου της, αλλά και εξωτερικοί παράγοντες, όπως το κάπνισμα που μπορεί να συντομεύσει την εμφάνιση της εμμηνόπαυσης κατά 1 έως 2 χρόνια.

Επιπτώσεις της εμμηνόπαυσης

Οι επιπτώσεις της εμμηνόπαυσης δεν οφείλονται μόνο στην απουσία των οιστρογόνων, αλλά μπορεί να συνδέονται και με την πάροδο της ηλικίας, παλαιότερα προβλήματα υγείας καθημερινές συνήθειες ή και με την μέχρι τότε ψυχοσύνθεση της γυναίκας.

Η απουσία περιόδου  είναι το βασικότερο χαρακτηριστικό για την παύση της ωοθηκικής λειτουργίας. Η κλιμακτήριος (Κλιμακτηριακό σύνδρομο) είναι το σύνολο των φαινόμενων που εμφανίζονται κατά την εμμηνόπαυση, αλλά και λίγο πριν από αυτή. Οφείλεται στη μείωση των οιστρογόνων και επηρεάζει την ποιότητα ζώης της γυναίκας, καθώς έχει κύριο χαρακτηριστικό την έξαψη, δηλαδή αίσθημα θερμότητας (κυρίως στο πρόσωπο, το λαιμό και το στήθος), με εφίδρωση, αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία και άλλα. Μπορεί να εμφανίζεται πολλές φορές την ημέρα, για λίγα λεπτά κάθε φορά και να διαρκέσει μέχρι και 10 χρόνια. Επίσης, μπορεί να εμφανιστούν διαταραχές του ύπνου, νευρικότητα και άγχος, κόπωσης και απώλεια μνήμης, σεξουαλική δυσλειτουργία και μείωση ή και απώλεια της σεξουαλικής επιθυμίας (libido) που γίνεται χειρότερη από την ξηρότητα του κόλπου και τον πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή. Η εμφάνιση κατάθλιψης είναι συχνή, καθώς η εμμηνοπαυσιακή γυναίκα είναι συχνά μελαγχολική, κλαίει εύκολα και έχει κακή διάθεση. Επίσης η γυναίκα είναι πιο επιρρεπής στις κολπίτιδες αλλά και στις ουρολοιμώξεις. Η γυναικά στην εμμηνόπαυση μπορεί να εμφανίσει ακράτεια ουρών, ενώ έχει 2-6 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσει  προβλήματα από την καρδιά και τα αγγεία της.

Σοβαρότατο πρόβλημα της εμμηνόπαυσης είναι και η οστεοπόρωση, μια νόσος των οστών που εμφανίζουν χαμηλή πυκνότητα και συνεπώς χαμηλή ανθεκτικότητα και αντοχή. Αποτέλεσμα είναι η δραματικά κατακόρυφη αύξηση της πιθανότητας για κάταγμα των οστών (σπάσιμο). Πολλοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν θετικά ή αρνητικά την ποιότητα του οστού, όπως το ιστορικό ή λήψη φαρμάκων, άλλες παθήσεις κλπ. Η πρόληψη έχει μεγάλη σημασία, καθώς η οστεοπόρωση δεν μπορεί ποτέ να αποκατασταθεί πλήρως. Η μέτρηση της οστικής πυκνότητας και η μέτρηση δεικτών  οστικής σύνθεσης και απορρόφησης είναι η καλύτερη μέθοδος αναγνώρισης των γυναικών σε αυξημένο κίνδυνο οστεοπορωτικού κατάγματος.  Η έναρξη της θεραπείας πρέπει να είναι άμεση, ιδιαίτερα σε γυναίκες αυξημένου κινδύνου, διότι η οστική  απώλεια είναι μεγαλύτερη κατά τα πρώτα χρόνια μετά την εμμηνόπαυση.

Γενικότερα, η πρόληψη και θεραπεία των επιπτώσεων της εμμηνόπαυσης έχει τεράστια ιατρική, κοινωνική και οικονομική σημασία. Πρέπει να γίνεται αναλυτική ενημέρωση για τις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της απουσίας των οιστρογόνων, αλλά και για την αποτελεσματικότητα και στις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες της θεραπείας. Τέλος, πριν τη έναρξη οποιασδήποτε θεραπείας πρέπει να γίνεται λεπτομερής εξέταση για να δούμε ποια είναι η κατάλληλη αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Η γυναίκα πρέπει να έχει συχνή και σωστή παρακολούθηση και μαζί με το γιατρό της να αντιμετωπίζουν τις επιπτώσεις της εμμηνόπαυσης, με σκοπό την εξασφάλιση καλής ποιότητας ζωής.